Η διάβρωση του στρώματος ψευδαργύρου στα κτίρια σχετίζεται με τις ιδιότητες των δομικών υλικών. Για παράδειγμα, το τσιμέντο και το ασβεστοκονίαμα έχουν υψηλή αλκαλικότητα, η οποία είναι εξαιρετικά διαβρωτική στο στρώμα ψευδαργύρου. Επιπλέον, κατά τη διαδικασία ξήρανσης, η εξατμισόμενη υγρασία συμπυκνώνεται στην επιφάνεια του στρώματος ψευδαργύρου, επιτρέποντας στο οξυγόνο να διεισδύσει αλλά εμποδίζοντας το διοξείδιο του άνθρακα να φτάσει σε αυτό, οδηγώντας σε έντονη διάβρωση. Εάν το τσιμέντο περιέχει χλωριούχο μαγνήσιο, το χλωρίδιο μπορεί να καταστρέψει την προστατευτική μεμβράνη και να επιταχύνει τη διάβρωση του στρώματος ψευδαργύρου. Η άσφαλτος που εφαρμόζεται σε στέγες μπορεί να παράγει οργανικά οξέα κάτω από το φως του ήλιου, τα οποία, όταν έρχονται σε επαφή με το στρώμα ψευδαργύρου μέσω του νερού της βροχής, ασκούν ισχυρή διαβρωτική επίδραση.
Οι σωλήνες από γαλβανισμένο χάλυβα που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά ζεστού νερού και ατμού είναι συνήθως τυλιγμένοι σε μονωτικά υλικά. Εάν η υγρασία σε αυτά τα υλικά δεν εξατμίζεται εύκολα, μπορεί να οδηγήσει σε διάβρωση. Για παράδειγμα, όταν το μαλλί σκωρίας χρησιμοποιείται ως μόνωση, δεν περιέχει μόνο μια ορισμένη ποσότητα υγρασίας αλλά και σουλφίδια, τα οποία επιταχύνουν περαιτέρω τον ρυθμό διάβρωσης του στρώματος ψευδαργύρου.




